Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

ΠΩΣ ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΒΛΑΚΑΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΒΛΑΚΑΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

Κεφάλαιο τρίτο από το βιβλίο του συγγραφέα Θεόδωρου Καρζή -Η βλακεία ως παράγων του ανθρώπινου βίου.-
Αφού η βλακεία, έχει φτάσει στο σημείο να πρωταγωνιστεί αφανώς στην παγκόσμια ιστορία, θα πρωταγωνιστεί εμφανώς και στην πολιτική ζωή, της κάθε χώρας χωριστά.
Αν στη Χ χώρα μια Ψ δικτατορική εξουσία έχει κατορθώσει να ιππεύσει στο σβέρκο του λαού με το μαστίγιο στο χέρι, τα πράγματα είναι απλά: Ο Αρχιδικτάτορας, έξυπνος ή βλάκας, χωρίς πολλές κουβέντες διορίζει τους αξιωματούχους - τσιράκια του , επίσης έξυπνους ή βλάκες. Μόνο που απ' αυτούς οι πρώτοι, κατά τα ειωθότα, επιλέγονται με μια φειδώ που αγγίζει τα όρια της φιλαργυρίας, ενώ οι δεύτεροι αδειάζονται στα υπουργεία με το τσουβάλι. Έτσι, η πλειοψηφική βλακεία σταδιοδρομεί και ακμάζει άνετα, ανέμελα, χαρούμενα, με ησυχία - τάξη - ασφάλεια και, φυσικά, με τη βοήθεια του μαστιγίου.
Αν η ίδια αυτή χώρα έχει γλιτώσει από τη δικτατορία και απολαμβάνει το Ψ δημοκρατικό σύστημα, τα πράγματα περιπλέκονται. Διότι εδώ, αντί της πανεύκολης «αρχής ενός ανδρός» (έστω και «μετά των τσιρακιών του»), υπάρχουν πολυποίκιλες εξουσίες, πουαντιστοιχούν σε πολυποίκιλους εγκεφάλους, με πολυποίκιλους βαθμούς νοημοσύνης, καθώς και με πολυποίκιλες επιδιώξεις. Πρόεδρος, πρωθυπουργός, βουλευτές, κομματάρχες, συμβουλάτορες, παρακοιμώμενοι, σεκρετάριες, σφραγιδοφύλακες, αμηράλιοι, επίσκοποι, θεομπέχτες, θεοκόμματοι, έπαρχοι, αλλόφυλοι, ζωόφιλοι, μάγιστροι, δομέστικοι, φοροφυγάδες, πολυφαγάδες, πριμηκήριοι, οικολόγοι, οικονομολόγοι, νονοί. Αλβανοί, κουβικουλάριοι, διοικητές των ΔΕΚΟ, Αμερικάνοι, περιφερειάρχες, καναλάρχες, ανάρχες, κουροπαλάτες, Αφροασιάτες, πατρίκιοι, φορτηγατζήδες, αεριτζήδες, πασοκτζήδες της δεξιάς, νεοδημοκράτες της αριστεράς, συνασπισμίτες της παλάντζας, εξκουβίτορες, επιβήτορες, σεκιουρητάδες, εφόροι, τρακαδόροι, ψηφοφόροι - για όλους, τέλος πάντων, όλο και κάποιος μικρός ρόλος πέφτει στο μερτικό τους.
Εξαρχής, πάντως, πρέπει να τονιστεί πως η άσκηση της εξουσίας, είτε από δικτατορικά αγριογούρουνα είτε από δημοκρατικές περιστερές, φθείρει τον εξουσιαστή και τον αποσυνθέτει ψυχικά σωματικά και πνευματικά.
*ψυχικά, επειδή τον κατατρώει αδιάκοπα η έγνοια της ορθότητας ή μη των αποφάσεών του. Επειδή συνεχώς πελαγοδρομεί, σαν το χαμένο κοτόπουλο, ανάμεσα σε ζητωκραυγές και σε βρισιές κι επειδή τρέμει όλο το εικοσιτετράωρο μήπως δολοφονηθεί και περπατάει λοξοκοιτάζοντας μπρος- πίσω- δεξιά- αριστερά.
*Σωματικά, επειδή, παρά τα γενικώς νομιζόμενα, εργάζεται πολύ περισσότερο από έναν εργάτη, Έλληνα, Αγγλογάλλο ή Μπανγκλαντεσιανό, χωρίς καμιά συνδικαλιστική προστασία, εκτεθειμένος πάντα στους πάντες και διαθέσιμος μερόνυχτα στους συνεξουσιαστές του. Το ιστορικό εργατικό αίτημα «8 ώρες δουλειά - 8 ώρες ύπνος - 8 ώρες μόρφωση και ψυχαγωγία», που δόνησε τους ευρωπαϊκούς αιθέρες στα μέσα του 19ου αιώνα, αποτελεί γι' αυτόν, τον καταπιεστή των εργατών του 21ου,όνειρο απατηλό.
*Πνευματικά, επειδή όλοι όσοι έρχονται τον ρωτούν για όλα όσα τους έρχονται, κατά το λεγόμενο «περί παντός επιστητού». Κι αυτός είναι υποχρεωμένος ν' απαντάει σε όλους για όλα, με επίγνωση πως ό,τι πει είναι η τελευταία λέξη, με όλες τις συνέπειές της. Μια διαδικασία διαρκή και με όσο μυαλό μπορεί να διαθέτει ο άνθρωπος. Όποιος λοιπόν, αποκτήσει ή αρπάξει την εξουσία και νομίζει ότι νίκησε, απλώς δεν υποψιάζεται πως η νίκη του είναι πύρρεια, σε βάρος πρώτα - πρώτα του εαυτού του. Ότι από τη στιγμή της νίκης, ο εαυτός του περνάει σε δεύτερη, τρίτη ή τέταρτη μοίρα, και μοίρα του, έκτοτε είναι να καταναλώνει όλη του την ικμάδα στα λεγόμενα «κοινά».
Δεν υπάρχει γι' αυτόν οικογένεια, δεν υπάρχει ψυχαγωγία, δεν υπάρχει ανάπαυση. Πού χρόνος γι' αυτά τα στοιχειώδη, που τα έχουν εξασφαλίσει οι υπόλοιποι πολίτες, όχι καν οι μεγαλουσιάνοι, αλλά οι απλοί εργατοϋπάλληλοι; Ακόμη και όταν πάει καμιά φορά στο θέατρο, δεν πάει να δει το έργο, αλλά για να τον απαθανατίσουν οι κάμερες. Σκέτη τραγωδία, έστω κι αν το έργο είναι κωμωδία. Έπειτα, οι περισσότεροι από τους εξουσιαστές αναγκάζονται να φορτώσουν το σώμα τους με περιττά πάχη και να παραμορφωθούν, μιας και η εξουσία, όπως ξέρουμε, ασκείται καθιστά και όχι περπατητά. Ποιος να βγει να περπατήσει, όταν δεν ξέρει πότε θα φάει καμιά σφαίρα στο προγούλι ή στο παχύ έντερο; Με τους συνεργάτες του , πάλι, ο αρχιεξουσιαστής δε συζητάει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ' ό,τι σχετίζεται άμεσα με την άσκηση της εξουσίας. Και, το χειρότερο, όταν παρατηρεί αυτούς τους συνεργάτες, έναν - έναν αναρωτιέται νοερά σε ποιανού το μέτωπο είναι γραμμένο με αόρατη μελάνη το όνομα ΙΟΥΔΑΣ ΙΣΚΑΡΙΩΤΗΣ «Η προδοσία είναι ζήτημα ημερομηνίας» έλεγε ο Ταλεϊράνδος (Charles Maurice de Talleyrand-Perigord), βαθύς γνώστης αυτού του ζητήματος από πρώτο χέρι.
Η απάντηση στο ερώτημα είναι εξαιρετικά δύσκολη, γιατί η αόρατη μελάνη, τι αόρατη θα ήταν αν δεν μπορούσε να κρύψει το μυστικό της; Όλοι όσοι περιστρέφονται γύρω από τον εξουσιαστή, και πρώτος - πρώτος ο επίδοξος Ιούδας, συναγωνίζεται σε κάψιμο λιβανωτού και σε απανωτά ξεσπάσματα δουλοφροσύνης. Παλιότερα, τότε που δεν υπήρχε κράτος χωρίς βασιλική αυλή, γι' αυτούς τους τύπους είχε επινοηθεί η σύνθετη λέξη αυλοκόλακες. Σήμερα, μετά το πέρασμα των εστεμμένων από τη γαλλική γκιλοτίνα και το ρωσικό Αικατερίνενμπούργκ, υπάρχουν οι προεδροκόλακες, οι πρωθυπουργοκόλακες, οι υπουργοκόλακες κ.λ.π. Όλοι τους πάντως στοιχίζονται κάτω από την κοινή διαχρονική ταμπέλα του αυλοκόλακα, καθώς οι σύγχρονοί μας ισχυροί που τους σιτίζουν διαθέτουν κι εκείνοι, μεταφορικά, μιαν αυλή: όχι μπροστά στο σπίτι τους, ούτε και στα καταργημένα πια ανάκτορα, αλλά στον προσωπικό τους περίγυρο, με τους ανωφελείς κώνωπες και τα λοιπά ζωύφια ή τρωκτικά που τους αρμέγουν. Μέσα σ' αυτό το κλίμα, όταν είναι γνωστή και η φυσική ροπή του ανθρώπου προς τον αυτοθαυμασμό, ακόμη και ο πλέον ευφυής, μπορεί να αναδειχτεί ευάλωτος στους κόλακες, να παραδώσει τα όπλα, ν' απολαύσει αυτάρεσκα την υποδηματολειχία και να περιμένει, ανέμελα και χαρούμενα, την ώρα του ραντεβού με τον Ισκαριώτη-και με το λαό, βέβαια, αλ' το τελευταίο σε σειρά, αλλά πρώτο σε σημασία, ερώτημα, που υπερκαλύπτει όλα τα άλλα:
Είναι αυτός τρόπος ζωής, που θα τον επιθυμούσε και θα τον κυνηγούσε (με νύχια και με δόντια όπως γίνεται συνήθως) ένας έξυπνος άνθρωπος; *Προσοχή, όχι βιαστικές απαντήσεις και, προπαντός, όχι από Κάτωνες Τιμητές ή Αδιάφθορους Ροβοσπιέρους. Για κάθε πράξη του ανθρώπου, αυτού του κίτρινου φθινοπωρινού φύλλου που στροβιλίζεται στον άνεμο, υπάρχει πάντα μια δικαιολογία. Από την ώρα που θα εγκαινιάσει ως την ώρα που θα ολοκληρώσει την αθέλητη πορεία του, αδιάκοπα βρίσκει μπροστά του ένα αναγκαίο κακό: τη ζωή με τα συμπαρομαρτούντα. Τι μπορεί να κάνει ένας έξυπνος, όταν μάλιστα, σαν να μην έφταναν όλα τα άλλα, είναι περικυκλωμένος από βλάκες; Αλλά και τι να κάνει ένας βλάκας, μια και βρέθηκε σε μια ζωή γεμάτη απαιτήσεις, που ξεπερνούν τις νοητικές του ικανότητες; Παρά να μην κάνει τίποτα ο άνθρωπος, καλύτερα να γίνει υπουργός ή πρωθυπουργός ή πρόεδρος. Σε εποχές ανεργίας και βαρβάρων είναι αυτή «μια κάποια λύσις». Τουλάχιστον έτσι έχει εξασφαλισμένο το μέλλον του. Υπάρχει μια κατηγορία επαγγελματιών που επιβιώνουν χάρη στο χάρισμα της κουτοπονηρίας: δηλαδή, χρησιμοποιώντας την πονηρία ως αντίδοτο της κουταμάρας τους. Η μεν κουταμάρα οφείλεται σε φυσικά αίτια, η δε πονηρία είναι επίκτητη. Ο πολιτικός, λοιπόν, που αν και πάσχει από την πρώτη έχει καλλιεργήσει τη δεύτερη, αξιοποιεί την καλλιέργειά του προς δύο κατευθύνσεις: Α. Να πείσει τους ψηφοφόρους, ότι αν εκλεγεί αυτός ο κουτεντές, θ' ανοίξει μια νέα σελίδα, όχι στη δική του ζωή, που αυτό είναι βέβαιο, αλλά στη δική τους. Β. Να πείσει τον αρχηγό πως είναι, αυτός ο κουτεντές, άνθρωπος τόσο έξυπνος συν ικανός, πιστός, έντιμος, ώστε αποτελεί περίπου όνειδος να τον αφήνουν «αναξιοποίητο». Ο πρώτος στόχος επιτυγχάνεται με σκληρή, συστηματική εργασία, που συνίσταται σε ακατάσχετες, πομπώδεις, απατηλές υποσχέσεις προς τους πάντες για τα πάντα. «Αν με βγάλετε, θα σας βγάλω - από τη μιζέρια. Αν με διορίσετε αντιπρόσωπο του Έθνους σας διορίσω- όπου θέλετε. Αν με αμείψετε με σταυρούς, θα σας ανταμείψω- με δρόμους, γεφύρια και ό,τι άλλο θέλετε. Αν με στείλετε στη Βουλή, θα στείλω -τα παιδιά σας για σπουδές στο εξωτερικό» Ο διεκδικητής της ψήφου και βεβαίως, της βουλευτικής αποζημίωσης, λέει, λέει, λέει και τι δεν τάζει. Παρότι για το βλάκα, γενικά, η σιωπή είναι μια δικλίδα ασφαλείας «κρείτον το σιγάν του λαλείν», ειδικά ο βλάκας πολιτευτής, πίσω από την ασπίδα της πονηρίας του απολαμβάνει το προνόμιο να είναι φλύαρος, λογάς, πολυλογάς, μουρμούρας, παπαρδέλας. Επιπλέον, με τον καιρό ο λόγος του γίνεται πιο καλλιεπής, πιο πειστικός, με μια μελετημένη τυποποίηση των σημείων που αγγίζουν περισσότερο τις ευαίσθητες χορδές του ακροατηρίου. ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.


Δια την αντιγραφήν
Η Αιτωλικιώτισσα

Δεν υπάρχουν σχόλια: